Confucian Democracy in East Asia:Theory and Practice (book review)

«It is a must-read for anyone who is interested in the future possibilities of democracy»

Confucian Democracy in East Asia:Theory and Practice

book review by


Associate Professor,
Harbin Institute of Technology, P. R. China.


This book explores a mode of democracy that is culturally relevant and socially practicable in the contemporary pluralistic context of historically Confucian East Asian societies, by critically engaging with the two most dominant theories of Confucian democracy – Confucian communitarianism and meritocratic elitism. The book constructs a mode of public reason (and reasoning) that is morally palatable to East Asians who are still saturated in Confucian customs by reappropriating Confucian familialism, and using this perspective to theorize on Confucian democratic welfarism and political meritocracy. It then applies the theory of Confucian democracy to South Korea, arguably the most Confucianized society in East Asia, and examines the theory’s practicality in Korea’s increasingly individualized, pluralized, and multicultural society by looking at cases of freedom of expression, freedom of association, insult law, and immigration policy.

«Democracy was no less foreign a concept to Europe for most of history. Understanding the plasticity of democracy seems like a more important issue than the debate about which mode of democracy is best. Confucian Democracy in East Asia is motivated by the conviction that democracy, properly understood, is desperately needed in East Asia, where political regimes remain authoritarian or only partially democratic.»{….}
The central thesis of this book is that in East Asian societies democracy would be most politically effective and culturally relevant if it were rooted in and operates on the “Confucian habits and mores” with which East Asians are still deeply saturated, sometimes without their awareness—in other words, if democracy were a Confucian democracy.»{….}
Although the debate remains ongoing as to whether Confucian democracy is possible both in theory and in practice ,and if possible what it should look like , a Confucianism worth defending in the complex, multicultural East Asia of today both can and must incorporate a robust form of democracy. {….}
It is a must-read for anyone who is interested in the future possibilities of democracy, the development of Confucianism in political studies, comparative philosophers and political theorists.»

FULL TEXT: Book Review

A Confucian Constitutional Order (book review)

«if you are looking for an accurate reflection of Confucianism as historically practiced, or a political proposal with real feasibility, this is not the book for you»

A Confucian Constitutional Order: How China’s Ancient Past Can Shape Its Political Future

book review by

Carl F. Minzner

Fordham University – School of Law
July 26, 2013
The China Quarterly, 2013



«In the late 18th century, as the French Revolution burned through the heart of Europe, toppling established political and social orders, the English philosopher Edmund Burke set pen to paper. Earlier a critic of unrestrained royal power, he now mounted a full-blown defence of monarchy, elite rule, state religion and English historical traditions in the face of French Enlightenment values of secularism and popular democracy: “We fear God, we look up with awe to kings; with affection to parliaments; with duty to magistrates; with reverence to priests; and with respect to nobility.” Unsurprisingly, Burke’s thought is the wellspring for several strands of American right-wing thought. Despite the book’s title, Jiang Qing is a staunch Burkean conservative – just a Chinese one»

Chapter one sketches his vision for a tricameral legislature. Consistent with his distrust of popular democracy and commitment to elite rule, the three houses each derive their legitimacy from different sources, and serve to check the excesses of the others {…}

Chapter two sets out the role of the Academy – a supreme political body comprised of Confucian scholars (resembling the Iranian Council of Guardians) situated above both the legislature and other state institutions {…} Chapters two and three propose enthroning a symbolic monarch (resembling those in the United Kingdom) who is a blood descendant of Confucius and re-establishing Confucianism as the official state ideology (administered by the Academy) {…}

Jiang does not believe that China need strictly adhere to past models. “Changes in historical circumstances may necessitate changes in the form of rule” (p. 32): for him, that justifies everything from creating (limited) formal channels for popular political participation to imposing external checks on state power by an independent scholarly elite to adopting a symbolic monarchy. And Jiang certainly falls within a long tradition of Chinese thinkers who seek to legitimate their reform proposals by reference to the past – whether real or imagined.

In summary, if you are looking for an accurate reflection of Confucianism as historically practiced, or a political proposal with real feasibility, this is not the book for you. But it does offer a unique (and excellently translated) look into how some intellectuals, dissatisfied with China’s frozen political system and the debates surrounding its reform, are attempting to re-appropriate their historical heritage in an urgent search for a way out

FULL TEXT  Book Review


Το δώρο. Πολιτισμικά φίλτρα, ερμηνεία και παρερμηνεία των πολιτισμών.

Το «The Kawelka: Ongka’s Big Moka» είναι ένα ντοκιμαντέρ του 1974 το οποίο καταγράφει την επίμονη και επίπονη προσπάθεια του «αρχηγού» (η λέξη για τον «τίτλο» του είναι «μεγάλος άνδρας» και δεν είναι θεσμικό αξίωμα) μιας φυλής στην ορεινή Ν. Γουινέα να προετοιμάσει μια τελετουργική ανταλλαγή δώρων. Πρόκειται για την μεγαλύτερη προσφορά που θα έχει κάνει η φυλή του μέχρι εκείνη τη στιγμή προς μια άλλη φυλή η οποία στο παρελθόν τους είχε τιμήσει με μια αντίστοιχη προσφορά.

Το ντοκιμαντέρ, μέρος μια σειράς που χρηματοδότησε το Royal Anthropological Institute με γενικό τίτλο Disappearing World Series, ήταν μια προσπάθεια καταγραφής των κοινωνικών σχέσεων και δομών των φυλών της περιοχής. Το ιστορικό της προετοιμασίας αυτής της τελετουργικής ανταλλαγής δώρων ήταν μια ευκαιρία να μελετηθούν οι περίπλοκες και πυκνές σχέσεις στο εσωτερικό της φυλής, οι κοινωνικοί ρόλοι και το αξιακό και μεταφυσικό υπόβαθρο όλων αυτών.

Με αφορμή αυτό το ντοκιμαντέρ ήρθα σε επαφή με το έργο ενός πολύ προγενέστερου ανθρωπολόγου το οποίο εστίασε στην πρακτική της ανταλλαγής δώρων και υποστήριξε μια πρωτοποριακή για την εποχή ερμηνευτική. Ο Marcel Mauss, σε μια μελέτη της φυλής Ngati Raukawa, του πολιτισμού των Μαορί της Ν. Ζηλανδίας, υποστήριξε, βασισμένος σε επιστολές που είχαν υπαγορευθεί από ένα μέλος της φυλής,τον Tamati Ranapiri, ότι η ανταλλαγή δώρων αποτελεί ένα θεμελιώδες κοινωνικό σύστημα, προγενέστερο του οικονομικού. Δεν είναι τυπικότητα και δεν προσδιορίζεται από το οικονομικό στοιχείο, είναι περισσότερο μια ενδυνάμωση κοινωνικών σχέσεων μέσω ανταλλαγής πραγμάτων που όμως δεν διαχωρίζονται από τα άτομα όπως συμβαίνει στην νεωτερική δύση. Το πνεύμα του δώρου σύμφωνα με την ερμηνευτική του Mauss συγκροτεί ένα άρρηκτο δεσμό ανάμεσα στα άτομα που λαμβάνουν μέρος στην ανταλλαγή και ο διαχωρισμός πράγματος – ανθρώπου είναι μια δυτική αντίληψη που δεν έχει εφαρμογή σε όλες τις κοινωνίες.

Η ερμηνευτική του Mauss δέχτηκε έντονες επικρίσεις (μεταξύ άλλων ο πολύς Claude Levi – Strauss ήταν στη μακρά λίστα επικριτών). Με μια επιχειρηματολογία που εδράζονταν σε δυτικές, νεωτερικές αντιλήψεις και προβάλλοντας σε μη – δυτικούς πολιτισμούς τις δυτικές (ορθότερα ευρωπαϊκές) αξίες και κοινωνικές θεωρήσεις οι επικριτές του Mauss προσπάθησαν να απαξιώσουν την κοινωνική και μεταφυσική πλευρά της ερμηνευτικής του προτάσσοντας την οικονομική όψη ενός τέτοιου συστήματος ανταλλαγής δώρων. Το μεθοδολογικό λάθος των επικριτών του πήγαζε από την  αδυναμία τους να υπερβούν τα «πολιτιστικά φίλτρα» που διαστρέβλωναν την οπτική τους και «χρωμάτιζαν» τις ερμηνείες του.

Όπως και ο Mauss οι επικριτές του βασίστηκαν πολύ στο έργο του Elsdon Best. Ο Best, μεταγράφοντας τις αρχικές επιστολές του Tamati Ranapiri (οι οποίες είχαν γραφτεί στην γλώσσα των Μαορί) προσέδωσε στο αρχικό κείμενο  μια εκκοσμικευμένη  υλιστική εξήγηση η οποία ήταν πιο κοντά στην δική του αντίληψη και κοσμοθεώρηση αλλά μακριά από τις αντιλήψεις των ιθαγενών Μαορί.
Ο Mauss, μάλλον διαισθητικά, είχε «διορθώσει» αυτό το λάθος όμως ο Levi – Strauss και αρκετοί άλλοι ακολουθώντας την προσέγγιση του Best και προεκτείνοντας την είχαν οδηγηθεί σε άλλες ατραπούς, εγγύτερες στο δυτικό τρόπο σκέψης.

Σύγχρονες έρευνες, όπως του Δρ. Manuka Henare, ο οποίος έχει γίνει  μέλος της φυλής Ngāti Hauā στη Ν. Ζηλανδία, κατέδειξαν την ορθότητα της αρχικής θέσης του Mauss και την εσφαλμένη λογική πίσω από την κριτική που δέχτηκε. Στη σημερινή εποχή των συγκριτικών προσεγγίσεων στις πολιτισμικές σπουδές και στην πολιτισμική ανθρωπολογία είμαστε περισσότερο ικανοί να αποφεύγουμε τέτοια μεθοδολογικά σφάλματα. O Levi – Strauss υποφέροντας μάλλον από μια “συγκριτική έλλειψη της ικανότητας για επικοινωνία”, όπως το είχε περιγράψει ο ίδιος, είχε υποπέσει στο ίδιο σφάλμα το οποίο τον είχε οδηγήσει να δομήσει μια μάλλον συντηρητική, δυτικής θεώρησης, θεωρία ερμηνείας των πολιτισμών (έχω αναφερθεί και στο παρελθόν στον συντηρητισμό του Levi – Strauss, υπερασπιζόμενος την πολυπολιτισμικότητα με ένα διαφορετικό τρόπο).

Μια προεπισκόπηση του ντοκιμαντέρ:

Πρόσθετοι σύνδεσμοι και υλικό αναφοράς

M.Mauss Το Δώρο, πλήρες κείμενο (αγγλικά)

Τα έργα του M. Mauss πλήρη κείμενα, (γαλλικά) 

Henare Manuka (2001) «Tapu, Mana, Mauri, Hau, Wairua: A Maori Philosophy of Vitalism and Cosmos» in John Grimm (ed) «Indigenous Traditions and Ecology: The interbeing of Cosmology and Community«, Harvard University Press for the Center of the Study of World Religions, pp 197-221.

Strathern Andrew (1971) «The Rope of Moka, Big-Men and Ceremonial Exchange in Mount Hagen, New Guinea» Cambridge University Press

Πολιτιστική Κληρονομιά. Κίνα, οι κοινότητες Tulou

(Αυτή η μικρή παρουσίαση είναι το 1ο κείμενο ενός κύκλου δημοσιεύσεων που θα ασχολείται με ευρύτερα θέματα πολιτισμού και παγκόσμιας κουλτούρας. Συνδέεται θεματολογικά με τις μέχρι σήμερα  δημοσιεύσεις για την πολυπολιτισμικότητα και μελλοντικά θα συνδεθεί με μια σειρά άλλων, εκτενέστερων και πιο σύνθετων κειμένων, με άξονα αναφοράς το πεδίο της  Πολιτιστικής Διπλωματίας, ένα προσωπικό ενδιαφέρον που ξεκίνησε ως ενασχόληση και κατέληξε ερευνητικό ενδιαφέρον)

Στην Κίνα, στην επαρχία Fujian, επιβιώνουν κάποιες αρχαίες κοινότητες με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό αλλά και ευρύτερο πολιτισμικό ενδιαφέρον.
Οι κοινότητες αυτές οργανώνονται σύμφωνα με το μοντέλο της ευρύτερης οικογένειας (πατριά, clan) και διαβιώνουν σε κοινούς χώρους οι οποίοι έχουν μια πολύ ιδιόμορφη αρχιτεκτονική δομή.
Τα «σπίτια» αυτά και οι κοινότητες ονομάζονται Tulou και έχουν σχεδιαστεί για να κατοικούν μέχρι 800 άνθρωποι σε ένα οχυρωμένο αυτόνομο «χωριό», κλειστό προς τα έξω, με μια είσοδο προς το εσωτερικό του.

Ψηλοί τοίχοι, ελάχιστα παράθυρα προς το εξωτερικό, όλα σε μεγάλο ύψος και μια συνολικά εσωστρεφής κατασκευή, η οποία όμως, όπως φαίνεται και από τις φωτογραφίες, είναι σε αρμονία με το περιβάλλον.
Για την κατασκευή χρησιμοποιούνται φυσικά δομικά υλικά (πέτρες, ξυλεία, χώμα) και παραδοσιακές μεθόδοι δόμησης που χάνονται στο χρόνο (κάποια Tulou χρονολογούνται στον 11ο αιώνα Κ.Χ ενώ τα νεότερα στον 19ο αιώνα Κ.Χ)*

Από το 2008 οι κοινότητες Tulou της επαρχίας Fujian έχουν ενταχθεί στα μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO
H σχετική ιστοσελίδα (ενεργός σύνδεσμος) από την οποία προέρχεται και όλο το φωτογραφικό υλικό και οι πληροφορίες: Unesco Fujian Tulou

*το Κ.Χ σημαίνει Κοινή Χρονολογία (η/και Χρονολόγηση) και το χρησιμοποιώ αντί του πιο συνηθισμένου, αλλά θρησκευτικά χρωματισμένου, π.Χ και μ.Χ. Για τους Κινέζους (ή για τος Εβραίους, Μουσουλμάνους κλπ) μια χρονολόγηση με αναφορά το κεντρικό πρόσωπο της χριστιανικής θρησκείας ίσως να μην έχει νόημα. Σχετικό ενημερωτικό άρθρο εδώ: Κοινή Χρονολογία



Ταξίδι στην καρδιά του σκότους. Μια ιστορική προσέγγιση του εθνικισμού. Πρώτο Μέρος: Τα σύνορα.

Πριν τη Ρώμη υπήρχαν πόλεις και αυτοκρατορίες.
Πριν τη Ρώμη υπήρξε ο Αλέξανδρος και τα Ελληνιστικά Βασίλεια. Γεννημένα με τη βία, μαμή της ιστορίας, υπήρξαν τόποι όπου η ανατολίτικη μυστικιστική μέθη είχε συναντηθεί με την ελληνική φιλοσοφική παράδοση σε ένα νέο είδος κοσμοθεώρησης.
Ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος βασίλευαν μαζί στις αχανείς εκτάσεις από την Μακεδονία μέχρι τα οροπέδια του Ιράν.
Μετά ήρθε η Ρώμη και για μια ακόμη φορά όλα άλλαξαν.

Για τους Ρωμαίους τα όρια ήταν ιερά.
Όπως μας θυμίζει ο Eco και ο Le Goff, τα σύνορα είναι συνυφασμένα με τον γενεσιουργό μύθο της Ρώμης.
Ο Ρωμύλος χάραξε ένα σύνορο και σκότωσε τον αδερφό του επειδή δεν το σεβάστηκε.
Ήταν μια συντηρητική επιλογή, ήταν μια  δραματική επιλογή.
Οι Ρωμαίοι αυτοπροσδιορίστικαν μέσω των συνόρων και επέλεξαν, λίγοι σε τόπο εχθρικό, να γίνουν Πόλη – προμαχώνας, διαρκώς διευρυνόμενη μέχρι που τo σύνορο (lime) έφτασε στα απώτερα εφικτά όρια που μπορούσε η Πόλη να υπερασπιστεί.
Χωρίς αναγνώριση των συνόρων δεν μπορεί να υπάρξει civitas, τα σύνορα είναι το όριο μεταξύ εκείνων και των άλλων.
Της civitas και των βάρβαρων, αυτών που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί από την civitas.
Το νερό στις τάφρους (sulcus), το τρεχούμενο νερό στα ποτάμια, το απέραντο και απροσπέλαστο νερό της θάλασσας είναι σύνορο ξεκάθαρο και ιερό.
Mόνο όταν η Αυτοκρατορία ελέγχει την περίμετρο της η θάλασσα θα γίνει Mare Nostrum, δρόμος και γέφυρα επαφής. Όταν οι ξένοι θα έχουν υποταχθεί ή αφομοιωθεί.
Τα γεφύρια, σημεία διάκρισης και επαφής, είναι ταυτόχρονα ιερά και ιερόσυλα γιαυτό και χτίζονται υπό την επίβλεψη του Pontifex.
Ο επακριβής καθορισμός των συνόρων είναι η δύναμη της Αυτοκρατορίας.
Η γνώση των συνόρων καθορίζει την pax romana, καθορίζει τα ακριβή σημεία άμυνας.
Όταν δεν θα υπάρχουν σύνορα, όταν οι ακατανόητοι βάρβαροι νομάδες, οι ανέστιες ορδές που δεν γνωρίζουν σύνορα και κινούνται σε οποιονδήποτε τόπο σαν να ήταν δικός τους έτοιμοι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να τον εγκαταλείψουν, όταν αυτοί επιβάλλουν την οπτική τους τότε η Ρώμη, λέει ο Eco,  θα έχει λήξει και η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας μπορεί να είναι οπουδήποτε.

Αυτή η περιγραφή των ορίων που παραθέτει ο Eco μπορεί να βρει την εφαρμογή της σε διαφορετικά επίπεδα.
Τα σύνορα καθορίζουν τα όρια της πόλης  και εξαιτίας αυτού καθορίζουν εν μέρει και την πόλη.
Η πόλη δεν είναι μόνο τόπος είναι πάνω από όλα άνθρωποι, άτομα που κατοικούν τον τόπο.
Άτομο, civitas, imperium ομόκεντροι κύκλοι οι οποίοι οχυρώνονται και αποκλείονται με sulcus.
Οι δακτύλιοι με νερό  που ξεκινούν οχυρώνοντας το άτομο από το άλλο άτομο και τελικά από τον έξω κόσμο.
Οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, οι σχέσεις μεταξύ πόλεων, μεταξύ εθνών, πολιτισμών, κρατών.

Όλα τα παραπάνω ξεκινούν από τον άνθρωπο και πώς αυτός ξεπερνά το πρώτο σύνορο, περνά τον πρώτο sulcus,  ξεπερνά το σύνορο της επιδερμίδας.

Για να εξηγήσω τι εννοώ με το σύνορο της επιδερμίδας επιστρέφω για λίγο σε ένα  προηγούμενο κείμενο μου  θυμίζοντας τι έγραψε ο Danto: “τα πραγματικά σύνορα του εαυτού ορίζονται από τα χάσματα ανάμεσα σε μένα και σε όσους σκέφτονται διαφορετικά από εμένα σαν να λέμε και όλους τους άλλους κι όχι απλώς όσους διαχωρίζονται από διαφορές γενιάς, φύλου, εθνικότητας, θρησκευτικής ομάδας ή και φυλής ακόμη”
Εκείνα τα χάσματα πρέπει να γεφυρωθούν προκειμένου να δημιουργηθεί καταρχήν η πρώτη ομάδα
Ένας ελάχιστος πυρήνας κοινών αξιών, κοινού συμφέροντος, κοινής μοίρας, ένας ελάχιστος κοινός κώδικας συνεννόησης πρέπει να υπάρξει.
Γέφυρες πρέπει να χτιστούν μεταξύ των ανθρώπων, μικρές γέφυρες με μεγάλη σημασία – ιεροί τόποι συνάντησης ατομικοτήτων, ένα locus όπου τελούνται οι τελετές που θα χτίσουν την φυλή, την πόλη, την αυτοκρατορία.
Οι γέφυρες αυτές είναι μικρές όταν η απόσταση που πρέπει να διανυθεί είναι προσπελάσιμη.
Για άτομα που μιλούν την ίδια γλώσσα είναι ευκολότερη η συνεννόηση και κάπως έτσι ορίστηκαν οι βάρβαροι, εκείνοι-που-δεν-μπορούν-να-γίνουν-κατανοητοί.
Η γλώσσα και ο τόπος διαμονής, τα τραγούδια της μητέρας και οι ιστορίες γύρω από τις φωτιές στους καταυλισμούς, πριν η εγκατάσταση σε ένα τόπο κάνει την φωτιά του καταυλισμού ιερό πυρ σε εστία βωμού.
Αυτά τα στοιχεία συγκροτούν τον πρώτο πυρήνα γνώσης, τα πρώτα σημεία αναφοράς και έτσι σκάβεται το χώμα για να δημιουργηθεί ο πρώτος οχυρωματικός κύκλος, ο πρώτος sulcus.
Τα τείχη και η πόλη είναι το πρώτο σύμβολο περιχαράκωσης της ομάδας που έχει εγκατασταθεί σε ένα τόπο.
Τα τείχη συμβολίζουν το όριο και τα όρια μπορεί να είναι εξίσου ισχυρά ακόμη και αόρατα.
Η Σπάρτη δεν είχε τείχη. Η Σπάρτη ήταν τα τείχη της και αν δεν είχε βγει για μια φορά εκτός των τειχών της για ορθώσει κάποια άλλα τείχη, από δόρατα και ασπίδες, εμπρός σε κάτι που ξεπερνούσε την κατανόηση της αλλά επιβουλεύονταν την δυνατότητα να ορίζει τον τόπο της, δεν θα είχε μείνει τίποτα από αυτήν για να θυμόμαστε.  Η Σπάρτη ήξερε πολύ καλά τι σημαίνουν τα τείχη. Ξεκίνησε ένα πόλεμο από φόβο μην βρεθεί περίκλειστη από αόρατα τείχη και τελείωσε τον πόλεμο συμβολικά γκρεμίζοντας τα τείχη του αντιπάλου της.

Ο άτυχος Ρώμος σχεδίασε μια πόλη χωρίς τείχη, μας θυμίζει ο Le Goff, μια πόλη χωρίς όρια, χωρίς sulcus και χωρίς pontifex να χτίζει και να ελέγχει τα γεφύρια.
Ο Ρωμύλος σκότωσε τον αδερφό του και έκλεισε την πόλη πίσω από το lime.
Η επιλογή του ενέχει ένα συμβολισμό, ένα διαχωρισμό.
Η επιλογή αυτή καθόρισε και μια πορεία. Η Ρώμη, λέει ο Le Goff, υπήρξε μια αυτοκρατορία και μια κοινωνία συντηρητική.
Μολονότι αναγκάστηκε να δώσει τον τίτλο του Ρωμαίου σε όλους τους πολίτες της δεν υπήρξε ποτέ αυθεντικά πολυπολιτισμική και όταν άρχισε να γίνεται πολυπολιτισμική η εποχή της είχε περάσει  και ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας είχε αναδυθεί.
Είναι ίσως μια ειρωνεία της ιστορίας το γεγονός ότι ένας αυτοκράτορας, ίσως ο καλύτερος των Ρωμαίων, πέθανε υπερασπιζόμενος το lime εναντίον των βαρβάρων κάπου στις εσχατιές της αυτοκρατορίας σε ένα μέρος που έμελλε να γίνει η πρωτεύουσα της πρώτης αυτοκρατορίας που ο τίτλος της μνημόνευε δυο ξεχωριστά έθνη και της οποίας η μετέπειτα πτώση σήμανε την κυριαρχία των εθνών έναντι των αυτοκρατοριών.
Ο κύκλος είχε κλείσει. Η Πόλη  είχε γίνει Αυτοκρατορία και η Αυτοκρατορία στην πορεία διασπάστηκε από το Έθνος – Κράτος, το οποίο σχηματικά μπορεί να γίνει αντιληπτό ως μια αναβαθμισμένη μορφή της Πόλης.
Με αφετηρία εκείνο το πρώτο συμβολικό όριο τα επόμενα κείμενα θα επιχειρήσουν μια διερεύνηση της ιστορικής πορείας του εθνικισμού.

* η λατινική λέξη sulcus σημαίνει ρήγμα, χαράδρα. Στα λατινικά κείμενα συναντάται ως  οχυρωματική τάφρος (υδάτινη ή μη) αλλά στην σύγχρονη ιατρική περιγράφει τις  αυλακώσεις στον εγκεφαλικό φλοιό. Στο κείμενο μας είναι μάλλον καλοδεχούμενη αυτή η πολυσημία δεδομένου ότι τα σύνορα της ατομικότητας ορθώνονται από την νόηση, την αντίληψη μας.

Le Goff, J. (1993). Ο Πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Θεσσαλονίκη: Βανιας
Έκο, Ο. (1993). Τα όρια της ερμηνείας, Αθήνα: Γνώση.


Για μια υπεράσπιση της Πολυπολιτισμικότητας – Μέρος ΙΙ, Πολιτισμικός Εγωκεντρισμός και Κοσμοπολιτισμός

Είχα κλείσει το προηγούμενο κείμενο μου με την αφηρημένη υπόσχεση ότι θα ξεκινούσα από την έννοια του κοσμοπολιτισμού και θα εξηγούσα γιατί την θεωρώ παραπλανητική.
Οι υποσχέσεις είναι για να τηρούνται και στην προκειμένη περίπτωση για να βοηθήσουν τον γράφοντα να τηρήσει μια στοιχειωδώς λογική σειρά σε αυτά που θέλει να πει.

Ξεκινώ με ένα απόσπασμα,
γράφει, το ήδη μακρινό 1984, ο Danto: «τα πραγματικά σύνορα του εαυτού ορίζονται από τα χάσματα ανάμεσα σε μένα και σε όσους σκέφτονται διαφορετικά από εμένα σαν να λέμε όλους τους άλλους κι όχι απλώς όσους διαχωρίζονται από διαφορές γενιάς, φύλου, εθνικότητας, θρησκευτικής ομάδας ή και φυλής ακόμη» (Danto, 1984:647).
Πρόκειται για καίριας σημασίας διαπίστωση, μια συνειδητοποίηση και κοινοποίηση του που ακριβώς βρίσκονται τα σύνορα μας, που αρχίζει το ξένο.

Το σύνορο εδώ ταυτίζεται με τα όρια του εαυτού. Με «σωματικούς» όρους θα λέγαμε ότι η «επικράτεια μας» τελειώνει στην άκρη της επιδερμίδας μας, ότι είναι παραέξω είναι κατ΄ ανάγκην ξένο.
Η αλήθεια που κρύβει αυτή η φράση, η αλήθεια πίσω από την διαπίστωση της μοναδικότητας του κάθε ενός από εμάς η οποία ορθώνει το πρώτο και βασικότερο φράγμα μεταξύ μας αποτελί το έδαφος επί του οποίου εδράζεται η θέση μου για την απατηλή φύση του κοσμοπολιτισμού. Ακόμη περισσότερο: η θέση μου είναι ότι τελικά ο κοσμοπολιτισμός και ο πολιτισμικός εγωκεντρισμός (ή εθνοκεντρισμός αν προτιμάτε) έχουν το ίδιο σχεδιαστικό σφάλμα. Η διαφορά τους είναι, για μένα, διαφορά βαθμού, τάξης αν θέλετε.

Το σφάλμα στο οποίο αναφέρομαι είναι σφάλμα αντίληψης. Η παρανόηση οφείλεται σε διαστρέβλωση της προσλαμβανόμενης πληροφορίας. Πρακτικά:  εφόσον τα πραγματικά μας σύνορα είναι τα σύνορα του σώματος μας μπορούμε να τοποθετηθούμε αυτόνομα σε σχέση με όλο το περιβάλλον μας. Γνωρίζοντας την μοναδικότητα μας είναι ευκολότερο να δούμε ποιοι είμαστε, πού είμαστε και που θέλουμε να πάμε σε σχέση με τους άλλους.

Αν θα ήθελα να εντοπίσω μια καίρια διαφορά μεταξύ κοσμοπολιτισμού και εθνοκεντρισμού θα έλεγα ότι ο εθνοκεντρισμός σκόπιμα και στοχευμένα αποκρύπτει ή υποβαθμίζει τα σύνορα μεταξύ των πολλών ατομικών «Εγώ», τα θεωρεί μικρά και αμελητέα και εφευρίσκει ένα κοινό σημείο αναφοράς με υλικό που ανάγεται ισομερώς σε ένα φανταστικό παρελθόν και σε πραγματικά κοινά στοιχεία, στην περίπτωση μας το ενδιαφέρον εστιάζει στην παράδοση.
Ο (ψευδό)κοσμοπολιτισμός από την άλλη θεωρεί ότι δεν υφίστανται καν σύνορα μεταξύ των πολλών «Εγώ» αλλά φαντασιώνεται ένα ομοιογενές πολυμορφικό και πολυσυλλεκτικό «Εμείς». Είναι το ψέμα του εθνοκεντρισμού στον υπερθετικό βαθμό. Από τα πολλά φανταστικά «Εμείς», τα οποία έχουν συνήθως  ως πυρήνα και άξονα αναφοράς μια μυθική ανάγνωση του παρελθόντος η οποία υποβαθμίζει τις διαφορές και τονίζει τις ομοιότητες, περνάμε σε ένα εξίσου φανταστικό μέγα – «Εμείς» το οποίο ως θεμέλια έχει μια ακόμη πιο στρεβλή πρόσληψη της πραγματικότητας ως άθροισμα όλων των εμπειριών όλων των «Εγώ» του κόσμου, κάτι που προφανώς είναι αδύνατο.
Θα προσπαθήσω να υποστηρίξω τα παραπάνω μέσω μιας παρέκβασης που αφορά στη διαδικασία της μάθησης και πώς αυτή σχετίζεται με τη διαμόρφωση των ιδεών μας σχετικά με τον κόσμο.

Αξιωματικά και πάλι, για κέρδος χρόνου, ξεκινάω λέγοντας ότι τα περισσότερα από όσα γνωρίζουμε βασίζονται στη συναίνεση και την πίστη ενώ ένα μικρό ποσοστό προκύπτει από προσωπική εμπειρία και ανακάλυψη. Αν θέλω να είμαι ακριβής θα πρέπει να επισημάνω το γεγονός ότι σε κάθε κοινωνία ένα μεγάλο μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης βασίζεται στο να μάθουμε να δεχόμαστε όσα «ξέρουν» οι γύρω μας.
Αν αμφισβητήσουμε στα σοβαρά ότι η γη είναι στρογγυλή θα διαπιστώσουμε σύντομα ότι έχουμε απομονωθεί από τους υπόλοιπους (εντάξει, από τους περισσότερους αφού υπάρχει ποσοστό πληθυσμού το οποίο ενδέχεται να πιστεύει ότι η γη είναι επίπεδη και ο πίθηκος δεν είναι συγγενικό είδος με τον άνθρωπο).
Έτσι είναι δομημένες οι ανθρώπινες κοινωνίες. Βάση της γνώσης είναι η συναίνεση και αυτό συμβαίνει επειδή είναι αδύνατο να μάθουμε όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε μέσω της προσωπικής ανακάλυψης και εμπειρίας. Μαθαίνουμε λοιπόν πιστεύοντας ότι μας λένε οι «άλλοι»: η παράδοση και οι «ειδικοί».
Η άλλη πηγή γνώσης στην οποία έχουμε πρόσβαση, η άμεση εμπειρία, τείνει να υποχωρεί μπροστά στην συναίνεση όταν έρχεται σε αντίθεση με την «κοινή» γνώση/πεποίθηση.

Με δεδομένα τα παραπάνω θα επιχειρήσω ένα βήμα πιο πέρα.
Θα αναφερθώ στην έννοια της πραγματικότητας και πώς την κατακτούμε.
Η πραγματικότητα είναι από την φύση της μια εξαιρετικά μυστήρια υπόθεση. Πώς μπορεί κανείς να είναι σε θέση να γνωρίζει τι είναι πραγματικό και τι όχι;
Στην ιστορική διαδρομή του είδους μας έγινε μια τιτάνια προσπάθεια προκειμένου να επιλυθεί ακριβώς αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα.
Η προσπάθεια αυτή οδήγησε σε μια σειρά από απαντήσεις σημαντικότερη εκ των οποίων είναι η επιστήμη.
Οι επιστήμονες, μέσω μεθόδων και διαδικασιών που δεν θα αναφέρω δότι δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου, έχουν καταφέρει να αναπτύξουν μια ειδική προσέγγιση για την ανακάλυψη της πραγματικότητας μέσω της προσωπικής εμπειρίας. Στην πράξη  αυτό που κάνουν είναι να θεσπίζουν μια σειρά ειδικών προδιαγραφών και υπό αυτές να δέχονται μια συναινετική πραγματικότητα. Όλο αυτό όμως είναι κομμάτι της επιστημονικής μεθοδολογίας στην οποία δεν θα επεκταθώ. Το σημαντικό εδώ είναι ο όρος «συναινετική πραγματικότητα»
Η συναινετική πραγματικότητα στην οποία αναφέρομαι περιλαμβάνει μεταξύ άλλων δυο σημαντικές πηγές γνώσης: την παράδοση και την αυθεντία. Η παράδοση είναι μια άλλη λέξη για τον πολιτισμό. Όλοι μας είμαστε κληρονόμοι ενός πολιτισμού ο οποίος αποτελείται, εν μέρει, από σταθερές γνώσεις σχετικά με την λειτουργία του κόσμου και τις αξίες που καθορίζουν και καθοδηγούν την συμμετοχή μας σε αυτόν. Το ειδικό ενδιαφέρον μας αφορά στο γεγονός ότι σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν και οι ιδέες που μαθαίνουμε καθώς μεγαλώνουμε. Ιδέες σχετικά με το φύλο, τη φυλή, τη θρησκεία και τα διάφορα έθνη του κόσμου.
Προφανώς η παράδοση προσφέρει μια σειρά πλεονεκτημάτων με εμφανέστερο το απτό γεγονός ότι μας βοηθά να αποφύγουμε το κοπιώδες έργο να ξεκινούμε κάθε φορά από το μηδέν. Χωρίς την παράδοση θα έπρεπε κάθε φορά να ξεκινάμε από την αρχή την αναζήτηση μας για κανόνες που διέπουν τις σχέσεις, τα πράγματα και για κατανόηση.
Η γνώση είναι σωρευτική και με αυτό το τρόπο κατορθώσαμε να «σταθούμε σε ώμους γιγάντων» και να δούμε σε πιο μακρινούς ορίζοντες.
Ταυτόχρονα ακριβώς αυτό το πλεονέκτημα μετατρέπεται σε τροχοπέδη μόλις αρχίσουμε την αναζήτηση για μια νέα αντίληψη σε κάτι που όλοι «γνωρίζουμε» ως αληθές.
Τότε η παράδοση αντί για καταλύτης γίνεται άγκυρα. Μας τραβάει πίσω και τελικά μας ακινητοποιεί στο ίδιο σημείο μην επιτρέποντας μας την πρόοδο.

Επιστρέφω στο κυρίως θέμα μου και συνοψίζω.
Η ξενικότητα (πιθανά αδόκιμος όρος) αρχίζει στα σύνορα του σώματος μας, δηλαδή μιλώντας πιο πρακτικά είμαστε πρωταρχικά και πάνω από όλα ατομικότητες. Το κοινό νήμα που μας συνδέει και μας δίνει την δυνατότητα να σχηματίζουμε συλλογικότητες πιθανότατα ανιχνεύεται στην κοινωνική εκπαίδευση η οποία εδράζεται στο σώμα της παράδοσης.
Είμαστε δηλαδή,  εν μέρει, «παιδιά» του πολιτισμού μας και μεγαλώνοντας αναπτύσσουμε τις δικές μας προσωπικές νόρμες οι οποίες και ευθύνονται για τα μικρότερα ή μεγαλύτερα χάσματα επικοινωνίας μεταξύ μας.
Στο σημείο αυτό έρχονται οι «μεγάλες αφηγήσεις» να δώσουν μια ερμηνεία.
Ο μεν εθνοκεντρισμός υποβαθμίζοντας τα χάσματα και ανάγοντας τα πολιτιστικά στοιχεία σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει και τις έννοιες της φυλής και του έθνους χρειάζεται ένα καταλυτικό ενοποιητικό στοιχείο και η εύκολη λύση είναι η συγκριτική διαδικασία που αντλεί από ένα λίγο – πολύ αυθαίρετο ιστορικό απόθεμα. Η κατάληξη είναι η γνωστή: «εμείς» είμαστε καλύτεροι, ανώτεροι, εξυπνότεροι, ομορφότεροι, ψηλότεροι κλπ έναντι εκείνων.
Ο (ψευδο)κοσμοπολιτισμός στον αντίποδα επιλέγει μια αδικαιολόγητη στάση άρνησης: δεν υπάρχουν, ισχυρίζεται, χάσματα. Είμαστε (χωρίς να εξηγεί πώς και γιατί) όλοι μέρος μιας συλλογικότητας στην οποία μικρές συμπεριφορικές διαφορές πρέπει και μπορούν να ξεπεραστούν.
Αυτό φυσικά είναι λογικό σφάλμα, υπερβολή αλλά και αλλοίωση της εθνοκεντρικής άποψης.

Καθίσταται σαφές (σε εμένα τουλάχιστον και ελπίζω σε εσάς) ότι και οι δυο παραπάνω οπτικές εμπεριέχουν σφάλματα.
Η θεμελίωση μιας υπεράσπισης της πολυπολιτισμικότητας οφείλει να ξεκινήσει από την διαπίστωση αυτή και να την κάνει όσο πιο σαφή γίνεται προκειμένου να προτείνει την υιοθέτηση μιας διαφορετικής προσέγγισης στην οποία είχα αναφερθεί στο πρώτο κομμάτι αυτών των κειμένων.
Στο επόμενο κείμενο φιλοδοξώ να καταδείξω ότι το πρόβλημα παράλληλης συμβίωσης αλλότριων πολιτιστικών παραδόσεων επιδέχεται διαφορετικές προσεγγίσεις ανάλογα με το χρονικό ορίζοντα στον οποίο επιδιώκονται αποτελέσματα. Καίριο σημείο της επιχειρηματολογίας μου θα είναι ότι σε μακρό χρόνο αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν μόνο με συνδυασμό παρεμβάσεων τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο με αιχμή την παιδεία.
Υποστηρίζω δηλαδή ότι το ζήτημα αρχικά της ανοχής και κατόπιν της αποδοχής του «άλλου» είναι πέρα και πάνω από όλα ζήτημα πολυεπίπεδης εκπαίδευσης η οποία θα ξεκινά στην οικογένεια και θα γίνεται πιο στοχευμένη και αναλυτική στο σχολείο, αλλά αυτό προϋποθέτει την εξαρχής ισότιμη αντιμετώπιση του «ξένου» ως μέλους της ευρύτερης κοινότητας των ανθρώπων.

Αναφορές :

  • Danto, A. 1984. «Mind as feeling; Form as Presence; Langer as Philosopher» Journal of Philosophy 81, pp 641-647.
  • Geertz, C. 2009. Διαθέσιμο Φως: Ανθρωπολογικοί Στοχασμοί για Φιλοσοφικά Θέματα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

Για μια υπεράσπιση της πολυπολιτισμικότητας – Μέρος Ι, τοποθετώντας το πλαίσιο


Τις τελευταίες ημέρες βρίσκεται για άλλη μια φορά στην επικαιρότητα  η συζήτηση για το τι συνιστά  «εθνική ταυτότητα».

Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της «ελληνικής ταυτότητας»;
Ταυτίζεται ο Ελληνισμός με την Ορθοδοξία;
Ποια είναι η κατάλληλη παιδεία για την ανάπτυξη μιας εθνικής συνείδησης;

Οι απόψεις που εξέφρασε πρόσφατα η κυρία  Ρεπούση, οι οποίες εμπεριέχονται στην πρόταση του κόμματος της σχετικά με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην παιδεία,  άγγιξαν τις ευαίσθητες χορδές των απανταχού στον κόσμο συντηρητικών κύκλων και θεωρήθηκαν από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού ως  σκόπιμο πλήγμα σε αυτό που, κατά τη γνώμη τους, συνιστά τον  πυρήνα της «εθνικής ταυτότητας» : θρησκεία και γλώσσα (έμμεσα εμπλέκεται και η ιστορία, και εδώ προστίθεται το «παρελθόν» της κυρίας  Ρεπούση στο ζήτημα).

Απέχοντας πολύ από το να έχω καταλήξει σε κάποια οριστική θέση σχετικά με το τι συνιστά «εθνική ταυτότητα», ακόμη και αν υφίσταται κάτι σαν αυτό, αλλά έχοντας διανύσει ένα μέρος του δρόμου σκέφτηκα πώς η καταγραφή των σκέψεων που με έφεραν σε αυτό το σημείο της διαδρομής ίσως γίνει πιο ξεκάθαρη και πιο σαφής μόλις πάρει μια κάποια υλική μορφή. Αφετηρία για την σειρά των κειμένων αυτών υπήρξε μια μεγάλη κουβέντα με φίλους οι οποίοι με διαφορετική αφετηρία και διαφορετικό θεωρητικό εξοπλισμό υποστήριξαν εξίσου πειστικά μια σειρά από εναλλακτικές οπτικές του τι συνιστά «εθνική ταυτότητα»

Θα ξεκινήσω με μια, αναγκαία για μένα, ηθικού χαρακτήρα, διευκρίνηση.
Κείμενα όπως αυτό που γράφω έχουν μια βασική ιδιαιτερότητα: χρωματίζονται από την προσωπική άποψη του γράφοντος ακόμη και όταν καταβάλει προσπάθεια για το αντίθετο.
Αυτό συμβαίνει διότι διαπραγματεύονται θέματα, έννοιες και αξίες και ως γνωστόν στοιχεία που σχετίζονται με αξίες είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην παρουσιάζονται υπό το προσωπικό πρίσμα του εκάστοτε μελετητή. Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα μπορεί να αντιμετωπιστεί με αυτό που ο Habermas ονόμασε “επικοινωνιακή ηθική” (Habermas, 1987: 305-307) και η οποία μπορεί να συνοψιστεί σε μια φράση : ειλικρίνεια προς τον αναγνώστη, ήτοι όχι απεμπόληση των προσωπικών προσεγγίσεων/θέσεων αλλά παρουσίαση, όπου απαιτείται, των προσωπικών θέσεων μας προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα εντοπισμού της υποκειμενικής προσέγγισης. Σε κάθε περίπτωση επιδιώκεται η τήρηση εκ μέρους μας μια στάσης διαλόγου όπως προτείνει ο Bakhtine (Bakhtine,1981: 293-294).

Στα κείμενα που θα ακολουθήσουν αυτό το πρώτο εισαγωγικό πρόθεση μου είναι μια προσέγγιση του ζητήματος εντάσσοντας το σε αυτό που εγώ θεωρώ το ευρύτερο πλαίσιο.
Πρόκειται για μια απόπειρα εξέτασης  της επίδρασης   του  φαινομένου που περιγραφικά μπορούμε να ονομάσουμε ποικιλομορφία και πιο συγκεκριμένα τη ποικιλομορφία των παραδόσεων, εθίμων, θρησκειών που σε παγκόσμιο επίπεδο αποκαλείται  πολυπολιτισμικότητα και το οποίο επηρεάζει καταλυτικά την όποια συζήτηση για το καθορισμό «εθνικής ταυτότητας» σε πολιτιστική βάση, όπως στην περίπτωση της χώρας μας.
Προφανώς κάθε τέτοια απόπειρα έχει ως όρια τα προσωπικά όρια του μελετητή. Στην περίπτωση μου ο θεωρητικός εξοπλισμός μου επιτρέπει μια ρηχή βουτιά στα νερά της Πολιτισμικής Ιστορίας και κάποιες απόπειρες ψηλάφησης στο πεδίο της Κοινωνιολογίας. Έχω με το μέρος μου την ευρύτητα του πεδίου του πολιτισμού, την κοινή λογική και την εμπειρική πραγματικότητα. Κατά τα λοιπά το κείμενο και οι θέσεις μου έχουν όλες τις αδυναμίες που μπορεί να έχει μια σχεδόν ακατέργαστη σκέψη που καταγράφεται για πρώτη φορά.
Όμως αυτός ήταν και ο αρχικός σκοπός μου.

Θα ξεκινήσω με την κοινή λογική που πηγάζει από την καθημερινή εμπειρία, δηλαδή πρόκειται να ξεκινήσω με μια αξιωματική δήλωση:
ο κόσμος που ζούμε είναι, πλέον, ένα ψηφιδωτό, ή αλλιώς ένα παλίμψηστο στο οποίο όλες οι προηγούμενες εγγραφές είναι ταυτόχρονα ορατές.
Ψηφιδωτό ατόμων, παραδόσεων, γλωσσών, θρησκειών,  καταβολών, αρχών και αξιών και πολλών άλλων που, με κάποια αόριστη αφαιρετική διαδικασία και με κάποια διανοητική αλαζονεία, έχουμε αποκαλέσει γενικά πολιτισμό . Με όρους εμπειρικής πραγματικότητας και με  δυο μάλλον ακραία παραδείγματα μπορούμε βάσιμα να ισχυριστούμε ότι έχουμε πάψει να είμαστε μια Λέσχη Αξιωματικών στην ελληνική περιφέρεια του μακρινού 1960 και είμαστε μάλλον κάτι σαν την πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα το 2013 .

Για να το καταστήσω απόλυτα σαφές: το πολυπολιτισμικό φαινόμενο δεν είναι πολιτικό πρόγραμμα αλλά κοινωνική πραγματικότητα – κάθε κοινωνία είναι, με τον ένα ή άλλο τρόπο, φορέας πολλών πολιτισμών.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κόσμος (με την έννοια της ολότητας) βρίσκεται στην ανάγκη να διαχειριστεί μια τέτοια κοινωνική πραγματικότητα. Έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν. Το ζήτημα είναι η ένταση και η έκταση του φαινομένου το οποίο, εξαιτίας μιας σειράς ετεροβαρών αιτιών,  έχει λάβει σήμερα διαστάσεις τέτοιες που είναι αδύνατο να αγνοηθεί. Επιπλέον, όπως η εμπειρία μας έδειξε, έχει δημιουργήσει μια σειρά εντάσεων  οι οποίες, εν πολλοίς, οφείλονται σε αυτό που ο Levi – Strauss είχε αναφέρει ως «συγκριτική έλλειψη της ικανότητας για επικοινωνία» (Levi – Strauss, 2003: xiii).
Παρακάτω ισχυρίζομαι ότι ο Levi – Strauss και όσοι ακολούθησαν την γραμμή της σκέψης του, επιδίωξαν και πέτυχαν να δομήσουν μια μάλλον συντηρητική θεωρία. Η προσπάθεια τους εστίασε στο να αντικρούσουν μια τάση  η οποία, κατά τη γνώμη τους, καταλύει την ιδιαιτερότητα των πολιτισμών μέσω μια μορφής πολιτισμικής όσμωσης και με αυτό το τρόπο προωθεί ένα «χαλαρό» κοσμοπολιτισμό.
Αν παραβλέψουμε τις μικρές διαφοροποιήσεις και αν αφήσουμε εκτός του σχήματος μας τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες, τις οποίες θα εξετάσουμε ξεχωριστά, θεωρώ ότι οι δυο αυτές αφηγήσεις ορίζουν το πλαίσιο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Με δεδομένο ότι, στην χώρα μας, ο πολιτισμός είναι καθοριστικό στοιχείο αυτού του νεφελώδους και ιδεολογικά φορτισμένου όρου που καλούμε «εθνική ταυτότητα» η συζήτηση γύρω από τις δυο αυτές αφηγήσεις και το πώς αυτές γίνονται αντιληπτές από την κοινωνία καθίσταται αναγκαία.

Σκοπός μου είναι να καταδείξω ότι είναι εντός των δυνατοτήτων μας να αποκτήσουμε εκείνη τη αντίληψη που θα μας επιτρέψει να υπερβούμε αυτές τις κυρίαρχες αφηγήσεις και να δομήσουμε μια νέα. Προφανώς πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος μένει να επαληθευθεί στην πραγματική ζωή.
Παρόλα αυτά η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου εκτιμώ ότι είναι πιο αναγκαία από ποτέ στις μέρες που ζούμε. Θεωρώ ότι θα μας επιτρέψει επιστρατεύσουμε το πλήρες δυναμικό μας και να στρέψουμε όλη την ενέργεια μας σε πραγματικά προβλήματα.
Τα παραπάνω πρόκειται να τα υποστηρίξω σε επόμενο κείμενο, προς το παρόν επιστρέφω στην σύλληψη της κοινωνίας ως ψηφιδωτό.

Για να ζήσει κάποιος σε ένα ψηφιδωτό πρέπει πρακτικά να είναι ικανός να ξεδιαλύνει τα στοιχεία του, να δύναται να προσδιορίσει ποια είναι και πώς συσχετίζονται μεταξύ τους ενώ ταυτόχρονα πρέπει να έχει σαφή αίσθηση για την τοποθέτηση του και την ταυτότητα του μέσα σε αυτό το χώρο.
Προφανώς πρόκειται για μια δεξιότητα της οποίας η απόκτηση απαιτεί τιτάνια προσπάθεια και η οποία  παραμένει πάντοτε ατελής.
Πρόκειται για την προσπάθεια να κατανοήσουμε εκείνο που μας είναι (και θα παραμείνει παρ όλη την προσπάθεια) μορφολογικά ανοίκειο.
Η κατανόηση στην οποία αναφέρομαι δεν είναι η επιδερμική αναγνώριση της διαφορετικότητας υπό τον μανδύα της κοινής ανθρωπιάς ή της αυτάρεσκης απομονωτικής αντίληψης ότι ο καθένας δικαιούται να διατηρεί τις ιδιαιτερότητες του.
Αυτή η «επιδερμική» μορφή κατανόησης, ως ελάχιστος κοινός παρονομαστής συμβίωσης έχει εμπεδωθεί ως κοινωνική κατάκτηση και έχει να κάνει με τον θεμελιώδη χαρακτήρα αυτού που ονομάζουμε  Δυτικό Πολιτισμό και κατ΄επέκταση με τις δυτικές δομές του Κράτους.
Στη δύση, μετά και την τελευταία ολοκληρωτική περιπέτεια, θέσαμε γενικά στα θεμέλια των κρατών μας τις αρχές του διαφωτισμού με μεγαλύτερες ή μικρότερες παραδοχές.
Σαν γενικές αρχές έχουμε αποδεχτεί τα ανθρώπινα διακαιώματα, την ισότητα των πολιτών,  το κράτος δικαίου και, ως επισφράγιση, το σαφή διαχωρισμό δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας.
Στην περίπτωση μας ο πολιτισμός (η κουλτούρα)  είναι ιδιωτική υπόθεση ενώ οι νόμοι (το πλαίσιο κοινής ζωής) είναι δημόσια και στο πλαίσιο αυτό θεωρήσαμε ότι λύσαμε επαρκώς το ζήτημα.
Στο συγκεκριμένο κείμενο όμως δεν εννοώ αυτό  ως μορφή κατανόησης αλλά την σύμφωνη γνώμη, την κοινή δέσμευση και την κοινότητα συναισθημάτων.
Η απόκτηση αυτής της δεξιότητας δεν είναι αποτέλεσμα πολιτικής συμφωνίας ή απόφασης.
Η κατάκτηση αυτού του επιπέδου και της ποιότητας κατανόησης συνιστά ένα διανοητικό και ψυχοσυναισθηματικό  άθλο ο οποίος είναι εφικτός μόνο με την ενίσχυση των νοητικών μας δυνάμεων μέσω της  διαρκούς άσκησης στην μελέτη της ποικιλομορφίας.

Γιατί πρόκειται όμως για άθλο;
Κατά την άποψη ενός μελετητή ο οποίος αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην κατανόηση της έννοιας πολιτισμός «η μελέτη των πολιτισμών άλλων λαών (και επίσης του πολιτισμού του μελετητή, αλλά αυτό εγείρει διαφορετικά ζητήματα) συνεπάγεται να ανακαλυφθεί ποιοι σκέφτονται ότι είναι, τι σκέφτονται ότι κάνουν και για ποιο σκοπό σκέφτονται ότι το κάνουν [….] προκειμένου να ανακαλυφθεί ποιοι σκέφτονται ότι είναι οι άνθρωποι, τι σκέφτονται ότι κάνουν και για ποιο σκοπό σκέφτονται ότι το κάνουν απαιτείται να κερδηθεί μια λειτουργική οικειότητα με το νοηματικό πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο εκδραματίζουν τη ζωή τους. Τούτο δεν συνεπάγεται ότι κάποιος αισθάνεται τα αισθήματα ή σκέφτεται τις σκέψεις του άλλου, πράγματα που απλούστατα είναι αδύνατα [….] Εμπεριέχει το να μάθει κάποιος ως ύπαρξη με διαφορετική προέλευση και με τον προσωπικό της κόσμο πώς να ζει μαζί τους» (Geertz, 2009: 33).
Είναι λοιπόν αναγκαία η βιωματική ενσωμάτωση της διαφορετικότητας και η ταυτόχρονη νοητική επεξεργασία των χαρακτηριστικών της ενόσω έχει κανείς πλήρη συνείδηση της απόστασης που τον χωρίζει στην πραγματικότητα προκειμένου να κατακτήσει την δεξιότητα που ονόμασα κατανόηση.
Αν αυτό δεν είναι άθλος τότε δεν έχω άλλο καλύτερο παράδειγμα για τον όρο.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν θα πετύχουμε την πλήρη κατάκτηση αυτής της δεξιότητας αλλά ακόμη και η μερική κατάκτηση της σημαίνει ότι θα έχουμε τον διανοητικό εξοπλισμό που απαιτείται προκειμένου να κάνουμε το επόμενο βήμα : να αρθούμε πάνω και πέρα από τις δυο κυρίαρχες «αφηγήσεις» που προανέφερα και οι οποίες προσπαθούν, η κάθε μια από την πλευρά της, να δώσουν μια ερμηνεία του φαινομένου.  Στη συνέχεια αυτών  των  κειμένων θα αναφέρομαι στην συντηρητική αφήγηση με τον περιγραφικό τίτλο «πολιτισμικός εγωκεντρισμός» και στον αντίλογο της  με την εύηχη, αλλά παραπλανητική έννοια «κοσμοπολιτισμός».

Το γιατί είναι παραπλανητική η έννοια θα είναι η αφετηρία του επόμενου κειμένου.

Αναφορές :

  • Bakhtine, M. 1981. The Dialogic Imagimnation, trans C. Emerson and M. Holquist, Austin University of Texas Press.
  • Geertz, C. 2009. Διαθέσιμο Φώς: Ανθρωπολογικοί Στοχασμοί για Φιλοσοφικά Θέματα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια
  • Habermas, J. 1987. Theorie de l’agir communicationnel ( tome 2): Critique de la raison fonctionnaliste (traduit de l’allemand par J.M. Ferry), Paris, Fayard.
  • Levi – Strauss, C. 2003. Εξ΄αποστάσεως, Αθήνα, Αρσενίδης

Ο κόσμος του λήμματος, ο έγκλειστος του χάρτη και δύο κινήσεις προς την αρχειοθετημένη Γη

Αριστείδης Αντονάς*

Ο κόσμος του λήμματος, ο έγκλειστος του χάρτη και δύο κινήσεις προς την αρχειοθετημένη Γη

Αρχειοθετημένο τοπίο

Με πληκτικό γραφειοκρατικό τρόπο και με ταυτόχρονη υπνοβατική δύναμη κάποιο ζωντανό αρχείο συνθέτει το τοπίο του πλανήτη σε καταχωρημένες σελίδες του Διαδικτύου. Ως προς την επικράτηση του ιδιαίτερου τρόπου οργάνωσης του κόσμου, δεν είναι ηθικές κρίσεις που απασχολούν τις παρακάτω διαπιστώσεις. Η παραγωγή του τοπίου ως κατασκευής του ζωντανού αρχείου δεν αποτελεί είδηση ούτε εκπλήσσει πια. Καλούμαστε να ζήσουμε στο πεδίο αυτό, να επιβιώσουμε εναντίον του ή να οργανωθούμε από τη δομή του. Κάποια προ-εννόηση ή μετα-εννόηση «του» χώρου ή «των» τόπων, βασισμένη σε εργασίες αρχείου, κατασκευάζει την “άμεση” εμπειρία των τόπων αυτών. Προκαταρκτικές εννοήσεις και καταγεγραμμένες μετα-εννοήσεις “κτίζουν” την εμπειρία του “χώρου” που συνηθίζαμε να εννοούμε ως “καθεαυτόν”. Οι τόποι της γης είναι άμεσα χαρτογραφήσιμοι ή ήδη χαρτογραφημένοι. Ασφαλώς οι αρχειοθετήσεις θίγουν το αρχειοθετούμενο (αν κάτι τέτοιο υπάρχει): ενίοτε -όλο και συχνότερα- δυσκολευόμαστε να δοκιμάσουμε τον διαχωρισμό ανάμεσα στα δύο. Στο παρελθόν καταφεύγαμε στον χάρτη μετά από απώλεια προσανατολισμού. Η σημερινή διαμονή στο εσωτερικό του χάρτη οργανώνεται ως απώλεια της απώλειας.
Φωτίζουμε την κατασκευή του σημερινού τοπίου όσο αναζητάμε αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη: με ποιούς τρόπους χάνεται η απώλεια; Τι είδους κινήσεις γίνονται “χωρίς” απώλεια; Η διαμάχη ανάμεσα στο συνηθισμένο και το εξαιρετικό, στο καθημερινό και το εξωτικό λαμβάνει νέες σημασίες. Εκεί συνεχίζει να βρίσκεται κάποιο επίκεντρο του εκάστοτε “τοπιακού χαρακτήρα στον χάρτη”: το αρχειοθετημένο τοπίο προσφέρει την ιδιαίτερη συνθήκη ενατένισης όπου ο χάρτης και το χαρτογραφούμενο παύουν να διαχωρίζονται: σε αυτό το τοπίο βρίσκεται (ή μπορεί να βρίσκεται) χαρτογραφημένος και ο θεατής που εποπτεύει. Ο παρατηρητής αυτού του τοπίου χαρακτηρίζεται τώρα ως “έγκλειστος του χάρτη”. Θα βρίσκεται “μέσα στο τοπίο” όσο το τοπίο προσδιορίζεται έτσι. Αυτό θα είναι τότε ένα τοπίο χωρίς αντίληψη του κάδρου του.

Μετακίνηση και απόδραση

Το τοπίο-αρχείο δεν προσφέρεται για αποδράσεις. Παρέχει κλειστά, χαρτογραφημένα σύνολα που επικοινωνούν με κλειστούς διαδρόμους: ο χάρτης πλοήγησης στους ηλεκτρικούς σιδηροδρόμους των μεγαλουπόλεων είναι ένα ανάλογον του χάρτη της ανθρώπινης εμπειρίας της Γης: με αντίστοιχο τρόπο μετατίθεται ο έγκλειστος του χάρτη από χαρτογραφημένο τόπο σε χαρτογραφημένο τόπο. H απόδραση από το τοπίο-αρχείο δεν αναλαμβάνεται ως φυγή ούτε αποφεύγει κάτι. Ο χαρτογραφημένος κόσμος οργανώνεται σε πρώτο επίπεδο με λήμματα που κατατίθενται “επί τόπου” (geotagging). Πληροφορίες καταχωρούνται σε θέσεις και μπορούν να γεμίζουν χαρτογραφημένους τόπους. Ακόμα περισσότερο: οργανώνεται κάποια συνάρτηση της τοπικότητας σχετική με αυτό το ιδιαίτερο γέμισμα. Ο τόπος δεν εμφανίζεται απλώς ταυτισμένος με ό,τι πληροφορία έχει κατατεθεί για αυτόν. Πολύ περισσότερο παρουσιάζεται ως κενή δομή που έχει τη δυνατότητα να γεμίζει. Κι ούτε αυτό αποτελεί διαπίστωση που θα μπορούσε να αναφέρεται σε ο,τιδήποτε. Χαρακτηρίζει την ιδέα για κάποιον κόσμο “χωρίς έλλειψη”. Χωρίς απώλεια και χωρίς έλλειψη: η έννοια της “επερώτησης” αντικαθίσταται, σε έναν τέτοιο κόσμο, από κάποια “υποκατάσταση”: δεν ρωτάμε “τί;” αλλά περισσότερο ήδη απαντάμε “κάπως”. Δεν επερωτάμε το ίδιον αλλά προσφέρουμε ήδη ένα ανάλογον. Η θεμελίωση κάποιας κουλτούρας σε πληθωρισμό φαίνεται περισσότερο από ποτέ σταθεροποιημένη. Κι ακόμα, όπως αναφέραμε ήδη: η απόδραση από το αρχείο μπορεί να περιγράφεται πάντοτε ως νέα είσοδος σε κλειστούς χώρους αρχείου και ως νέα απότιση τιμής προς το αρχείο. Η απόδραση μένει μετακίνηση στο εσωτερικό του αρχείου. Ο πλανήτης – τοπίο παρουσιάζεται ως ταξινομημένος κλειστός χώρος, κτισμένος ως πληθυσμός από εστιάσιμα (zoomable) αποσπάσματα. H ζωντανή χαρτογράφηση της “Γης” στο διαδίκτυο παρουσιάζει τώρα έναν ταξινομημένο πλανήτη: κάθε επερώτηση για αυτόν απαντάται με ένα επί πλέον click που προσφέρει ένα επί πλέον zoom. O σημερινός άνθρωπος μετατίθεται στον χώρο της ίδιάς του εμπειρίας ως εαν μετακινείται από μια περιοχή αρχείου σε μιαν άλλη. Η εμπειρία του κόσμου αναλογεί προς την ενεργή βίωση ενός βιντεοπαιχνιδιού ή προς την προσομοίωση κάποιας στρατιωτικής επιχείρησης. Επί πλέον αυτή η εμπειρία κτίζεται με διαφορετικό τρόπο για τον καθένα, κτίζεται λοιπόν σε δεδομένες κοινές πλατφόρμες αλλά “προσωπικά”. Καί οι τόποι των ανθρώπινων συγκεντρώσεων; Οι κοινότητες των ανθρώπων του χάρτη; Φτιάχνονται κι αυτά γύρω από αρχειακές θεματικές που προτείνονται περισσότερο ως πλατφόρμες με κοινά χαρακτηριστικά: αυτές οι πλατφόρμες είναι οι πλατείες των δικτυοτοπίων (netscapes) του σημερινού κόσμου.

Επιστροφή στους τόπους με λέξεις -κλειδιά και αποσπάσματα κώδικα

Με υπονομευμένη την εμπειρία του ταξιδιού, χωρίς χώρους κατωφλιών και με μετακίνηση προς “καταστάσεις – πίστες πληροφορίας” που θυμίζουν πίστες σε βίντεο-παιχνίδια, ο έγκλειστος του χάρτη προσδιορίζεται “εκτός χάρτη” από το είδος των επί χάρτου κινήσεών του. Διαχειρίσεις και αναμοχλεύσεις αρχείων υποκαθιστούν εξ αρχής τους τόπους τους οποίους τα αρχεία τεκμηριώνουν και στους οποίους αναφέρονται: κοινές βάσεις δεδομένων (data repositories) παρέχουν δυνατότητα αναζήτησης με λέξεις κλειδιά ή tags. Κάθε περιοχή του παγκόσμιου χάρτη γεμίζει με εικόνες που “πληροφορούν” για το εκάστοτε μέρος του πλανήτη και για μια «συλλογή εμπειριών από αυτούς». Η εμπειρία είναι κατ αρχήν προβλέψιμη από υπαρκτές αναπαραστάσεις και κατόπιν αναπαραστάσιμη από νέες. Ο κόσμος της εμπειρίας μετετράπη σε κόσμο αναπαράστασεων εξαιτίας της ευκολίας αρχειοθέτησης αναπαραστάσεων, εξαιτίας της ποσότητας και της ποιότητα των αναπαραστάσεων και επίσης εξαιτίας της δυνατότητας “αρχειοθέτησης in situ”.

Πρώτη κίνηση προς το αρχειοθετημένο τοπίο

Η εγκατάλειψη της αρχειοθετημένης Γης βρίσκεται μπροστά στον έγκλειστο του χάρτη ως επιλογή απέναντι στην πλήξη. Ταυτόχρονα το αίτημα εγκατάλειψης της αρχειοθετημένης Γης αναζητά την φύση σε κάτι που δεν βρίσκεται πλέον επί Γης. Η φύση είναι χαμένη ανάμνηση και περισσότερο από ποτέ σήμερα οργανωμένη ως κατασκευή. Το αναφύεσθαι διεκόπη από κάποια βέβυλη ανθρώπινη κίνηση: αυτή η παράξενη διατύπωση αποτελεί ισχυρή σταθερά του ανθρώπινου φαντασιακού στην οποία διαπιστώνουμε διαφορετικές επιστροφές. Κάποιο νέο “μεθεόρτιο” αλλά επίσης “προπατορικό” αμάρτημα συνδέεται με την καταστροφή του πλανήτη: ο άνθρωπος εμφανίζεται βυθισμένος σε ενοχή θεολογικής τάξεως για αυτό. Το πρόσφατο αμάρτημα της “καταστροφής της φύσης” οδηγεί επίσης και στην θεολογική εξιδανίκευση της φύσεως και ας μην γνωρίζουμε πλέον ακριβώς τι εννοούμε με την έννοια “φύση”. Παράλληλα δεν μένει παρά να αναζητήσουμε την φύση σε τεχνήματα που θα μιμούνται την φύση, όχι όπως την βλέπουμε τώρα, δηλαδή μετά από την “καταστροφή της” αλλά κατά τον τρόπο που εκείνη “θα έπρεπε να είναι”: τέλεια, σαν εικόνα πένθους, και εξιδανικευμένη, με αφελή θεολογικό τρόπο όπως ο πλανήτης Πανδώρα στην ταινία Avatar του James Cameron: συναντάμε σε αυτή την ταινία το μεγαλειώδες παράδοξο της επιστροφής στη φύση ως ψευδαισθητικής εισόδου σε κάποιο κατασκευασμένο, τεχνητό τοπίο ενός ανύπαρκτου πλανήτη. Το παράδοξο δεν είναι χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης εμπορικής ταινίας: αποτελεί προϋπόθεση για πλοήγηση σε αρχειοθετημένους κόσμους που κατασκευάσαμε σε ξεχωριστές πίστες και σε πλατφόρμες οργανωμένης ολίσθησης. Το εξωτικό στοιχείο συντρίβεται από την αρχειοθέτηση ενώ ο πλανήτης οργανώνεται ως ενεργός χάρτης. Κι όμως ένα νέο, κατασκευασμένο, ψεύτικο αρχείο μπορεί να υποκαταστήσει την εμπειρία του εξωτικού. Το παρθένο τοπίο που χάθηκε από αρχειοθέτηση μπορεί να φτιαχτεί επίσης ξανά από αρχείο: μπορούμε να κατασκευάσουμε εξωτικές εντυπώσεις με νέες κατασκευασμένες εικόνες, με ενεργές τρισδιάστατες αναπαραστάσεις και με πλοηγήσεις σε νέα data. Αυτή η εμπειρία του “εξωτικού στοιχείου” οργανώνεται σε πίστες. Ζητά την εμπειρία της πρώτης φοράς και οδηγεί σε άλλες αντίστοιχες που μπορούν να κατασκευάζονται κάθε φορά για μια ακόμη πρώτη φορά. Αν η εμπειρία της Γης δεν μπορεί να είναι αυθεντική επί Γης, κατασκευάζεται κάποια άλλη αντίστοιχη εμπειρία. Η νέα, αυθεντική, εξωτική εμπειρία κατασκευάζεται με τον τρόπο που αρμόζει εκάστοτε στην άρνηση της αναυθεντικότητας της εκπεσμένης Γης. Η βίωση τέτοιας κατασκευασμένης εξωτικής συνθήκης δεν θα είναι ασφαλώς ποτέ “αυθεντική” εμπειρία αλλά τουλάχιστον η συνείδηση της αναυθεντικότητάς της θα εμφανίζεται με “αυθεντικό” τρόπο.
Μια πρώτη κίνηση προς το εξωτικό, αρχειοθετημένο τοπίο ζητά να κατανοήσουμε αυτή την μεταμόρφωση των τοπίων και των επισκεπτών ως υποκατάσταση του εξωτικού στοιχείου: χρειαζόμαστε τα γυαλιά και την εξωτική εμφάνιση ενός avatar για να μπούμε σε μια εξωτική πίστα. Μια μάσκα και ένα τεχνημένο τοπίο οργανώνουν έναν καινουργιο χάρτη που είναι προετοιμασμένος ως εξωτικός, πρωτοφανέρωτος τόπος.
Κατανοώντας με αυτό τον τρόπο το εξωτικό στοιχείο μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά προς την πραγματικότητα: το αφελές “αυθεντικό” στοιχείο της κατέστη πληκτικό, ανάπηρο και ψεύτικο, δεσμευμένο από κάποιον αδύνατο και ήδη εξ αρχής ακυρωμένο ιδεαλισμό. Αν το αναυθεντικό είναι, για τις ανάγκες αυτής της δημοσίευσης, εκείνο που περικλείεται, εκ των προτέρων, σε κάποια δεδομένη αναπαράστασή του, τότε μπορούμε να πούμε ότι το εξωτικό, ανοίκειο στοιχείο της πραγματικότητας (που παρουσιάστηκε συχνά ως συνδεόμενο με την αυθεντικότητα, που παρουσιάστηκε επίσης ως εκείνη η διάνοιξη που δεν χωρά σε κανενός είδους εκ των προτέρων περίκλεισης), υποκαθίσταται τώρα από άθροισμα αναυθεντικών, περίκλειστων σχηματισμών. Πιθανώς λοιπόν το αναυθεντικό στοιχείο που γνωρίζει τα όριά του να μας εισάγει σε κάποια άλλου είδους περιορισμένη αυθεντικότητα: τα όρια συνεχίζουν να το προσδιορίζουν αλλά η συνείδησή τους τα καθιστά εξ αρχής ασήμαντα. Η μεταδικτυακή απόλαυση θα εμφανίζεται περιορισμένη εν σχέσει προς την απόλαυση σε οποιαδήποτε ανοικτή, επικίνδυνη εκδοχή της. Η μεταδικτυακή εξωτική εμπειρία περιλαμβάνει την ηδονή και επισυμβαίνει ως πορνογραφική δέσμευση στην αναπαράσταση. Η πορνογραφία, που σχηματοποιεί τον εχθρό της καταστασιακής λογικής, προωθεί αντί για ενεργή δράση, κάποιου είδους παθητική απόλαυση προερχόμενη από κάποιο συνειδητοποιημένο υποκατάστατο. Η συνειδητοποιημένη υποκατάσταση βρίσκεται επίσης στο κέντρο της εμπειρίας του avatar: κατασκευάζει ένα κρυμμένο υποκείμενο χωρίς ευθύνη που υποδύεται κάποιον εαυτό. Ενόσω η πορνογραφία κατακτά όλο και περισσότερα εδάφη της εμπειρίας με τις εύληπτες αναπαραστάσεις της, αναρωτιόμαστε πώς μπορεί να οργανωθούν πολιτικά χαρακτηριστικά σε κοινότητες avatars ή “μασκοφόρων χρηστών”. Ένα avatar μπορεί να θέσει ριζικά ερωτήματα εν σχέσει με τον εαυτό του ή εν σχέσει με το περιβάλλον του; Δρα σε συνθήκες προσδιορισμένες και οι δράσεις του περιορίζονται από την εκάστοτε πλατφόρμα όπου οργανώνεται η προυσία του εκάστοτε χρήστη. Ο έγκλειστος του χάρτη συνειδητοποιείται ως υποκατάστατο του εαυτού του μέσα στην εμπειρία του avatar.
Τα ενεργά αρχεία που κατασκευάζουν τις γεωγραφίες του Διαδικτύου ταυτίζονται με κατασκευασμένα τοπία: πλατφόρμες, πίστες και ιεραρχημένες κινήσεις προσφέρονται σε τρισδιάστατες απεικονίσεις. Η είσοδος στις απεικονίσεις, με τις υψηλές τεχνικές αναπαράστασης, είναι ταυτόχρονα είσοδος στον χρόνο εκδίπλωσής τους. Για τον χρόνο που εκδιπλώνεται σε κάποια πλατφόρμα, ο έγκλειστος του χάρτη έχει την αίσθηση κάποιου ελέγχου. Αισθάνεται ότι καθορίζει τις κινήσεις του μέσα στον χάρτη και αυτό -μέχρις ενός σημείου- είναι ακριβές. Η εγκατάλειψη της Γης δείχνει αποστροφή προς την αναυθεντικότητα της εκπεσμένης Γης και ταυτόχρονα χαρακτηρίζει την κενή εξιδανίκευση στην οποία οδηγεί η ίδια άρνηση. “Ο πλανήτης χρεωκόπησε” και κάθε πλατφόρμα με ψευδείς χαρτογραφήσεις και τεχνολογίες υποκατάστασης έχει τη θέση της Πανδώρας του Cameron. Οι πλατφόρμες κατασκευάζουν διαφυγές από τον εκπεσμένο χάρτη της Γης. Το ότι ονομάζουμε “Πανδώρα” την απολεσθείσα φύση δεν συμβαίνει μόνον επειδή η ταινία θεματοποιεί την απώλεια της φύσης και υμνεί με αφελή τρόπο την “σοφή” λειτουργία της: κάθε είσοδος σε πίστες αρχειακά δομημένων τοπίων αποτελεί άρνηση της φύσης ή / και κατασκευή του εξωτικού στοιχείου: κάθε τέτοια αρχειακή εφαρμογή αναπαράγει ταυτόχρονα υποτιθέμενες αρνήσεις της αναυθεντικότητας. Από αυτή την πρώτη κίνηση προς το τοπίο η Γη ορίζεται ως περίσσευμα της πληροφορίας των δεδομένων. Γη θα μπορούσε να είναι ό,τι ακόμα αντιστέκεται στην μετάλλαξη σε πληροφορία. Έτσι η Γη του avatar θα οργανωνόταν ως απλή βάση επιχειρήσεων προς τις νέες ψευδαισθήσεις των αρχείων. Θα ήταν ο απαραίτητος βοηθητικός χώρος για να λάβουν χώρα οι αρχειακές πτήσεις προς νέους αρχειακούς κόσμους. Η Γη αποδεικνύει έτσι ότι είναι τόπος αναπηριών και δεσμεύσεων του σώματος. Το τοπίο θα φτιαχνόταν από αυτή τη θεώρηση μέσα σε κάποιο διχασμό ανάμεσα στον κόσμο του αρχείου και σε αυτόν των περισσευμάτων του. Ο έγκλειστος του χάρτη είτε βρίσκεται στην μεγάλη υποδομή που τον θέτει στον κόσμο του χάρτη είτε είναι έξω από τον χάρτη εξαιτίας δεσμεύσεων του “πραγματικού” σώματός του.

Δεύτερη κίνηση προς το αρχειοθετημένο τοπίο

Ο ταξιδιώτης εκτός αρχείου, (προερχόμενος από την εμπειρία της τηλεμετακίνησης – teleport μέσα στους κόσμους του χάρτη), είναι οιωνεί ανάπηρος. Το τοπίο του πλανήτη θυμίζει απλό καβούκι το οποίο σέρνει αναγκαστικά μαζί του ο έγκλειστος του χάρτη: το τοπίο του πλανήτη δεν είναι ένας ακόμη κόσμος επιστροφής ανάμεσα σε άλλους στους οποίους βυθιζεται: παρουσιάζει σκληρότητα, έλλειψη πλαστικότητας, υπερβολικές σταθερότητες και πολλών ειδών ανελαστικότητες. H ορμή για το αρχείο και τις εξυπηρετήσεις του καθορίζει κυρίαρχα τον έγκλειστο του χάρτη: είναι προσδιορισμένος από τις αναπαραστάσεις μέσα στις οποίες διέμεινε.
O κόσμος της εμπειρίας ωστόσο επικαθορίζεται όλο και πιο δραστικά από τις διαφοροποιήσεις που επισυμβαίνουν στον κόσμο των αρχείων. Αναφερθήκαμε στην πραγματικότητα όταν αυτή κατασκευάζεται ως σωματική δέσμευση και ως δυσκολία ενσωμάτωσης στο αρχείο του Διαδικτύου. Η “πραγματικότητα” αυτή συγκροτεί κάποια βιωμένη αναπηρία. Αναγκάζει σε επιστροφές στην βάση και ζητά την επιστροφή από τις εξωτικές πλατφόρμες όπου οι εγκλειστοι του χάρτη είναι προσδιορισμένοι ως avatars. Μπορούμε να αναλογούμε σε αυτή την εμπειρία της επιστροφής στον πραγματικό κόσμο κάτι σαν σύγχρονη εμπειρία ύπνου. Το avatar κοιμάται όταν είναι ανενεργό όταν είναι πίσω στο σώμα του ιδιοκτήτη του δηλαδή εκ νέου στην Γη. Σε αυτή τη θέση της σύγχρονης επιστροφής στο σώμα και στις ανάγκες του που αναλογεί σε συνθήκες κάποιου νέου ύπνου εκδηλώνεται ήδη κάποια ανυπομονησία για χαρτογράφηση που ζητά επίσης από τον “πραγματικό κόσμο” να λειτουργήσει σαν αρχειακά συγκροτημένος μηχανισμός. Αυτή είναι η στιγμη της επαυξημένης πραγματικότητας. Απέναντι στο φαινόμενο της αντίστασης του ίδιου του σώματός του να διαμείνει για πάντα στον εξωτικό χάρτη νέων κατασκευασμένων τοπίων, ο έγκλειστος του χάρτη αναζητά τη δομή των ψευδαισθητικών χώρων που γνωρίζει ως avatar στην εμπειρία της «πραγματικότητας». Στους χώρους όπου δεν παρέχονται οι δυνατότητες συνδέσεων με το ενεργό αρχείο κάποια επαυξημένη πραγματικότητα (augmented reality) μπορεί να ανανεώσει την σχέση με το αρχείο και με την ψευδαίσθηση. Συγκεκριμένα η δυνατότητα υποστήριξης της ψευδαίσθησης επί της οδού των “κανονικών αισθήσεων” δείχνει και την αμηχανία διαβίωσης σε κάποια πραγματικότητα χωρίς εφφέ. Η εντυπωσιακή συγκρότηση του κόσμου κατασκευάζεται ως layer ανάγνωσης της «πραγματικότητας» μέσα από αναπαραστάσεις που την περιέχουν. Εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη φιλοδοξία της «επαυξημένης πραγματικότητας”: να καταστήσει τον “φυσικό χώρο”, και κατ’ επέκταση τον κόσμο, βοηθητικό μηχανισμό προβολής αναπαραστάσεων: σαρκίο πιθανών διαφορετικών προβολών. Στην “επαυξημένη πραγματικότητα” η υπόθεση του εγκλεισμού στον χάρτη παρουσιάζεται στην πιο ακραία της μορφή. Ο άνθρωπος ζητά να διαμένει στις αναπαραστάσεις του, σε έναν κόσμο που ο ίδιος φαντάστηκε και κατασκεύασε.
Η πληροφορία που θα προστίθεται εις το εξής επί της εμπειρικής βίωσης του χώρου φιλοδοξεί να μην εμφανίζει το ζωντανό αρχείο ως ξεχωριστό κόσμο. Το Διαδίκτυο δεν θα κατασκευάζει πια εξωτικές πλατφόρμες εκτός της βιωμένης εμπειρίας αλλά θα φιλοδοξεί να δομήσει την ίδια την εμπειρία ως κατασκευή με προαποφασισμένες αναγνώσεις. Κάποια παράλληλη, ταυτόχρονη ανάπτυξη της αρχειακής δυναμικής “απ’ ευθείας” επί του εδάφους της εμπειρίας είναι ήδη εφικτή με τις σημερινές πρώιμες τεχνολογίες. Η πληροφορία που είναι δομημένη μαζί με αναπαράσταση παρουσιάζεται “άμεσα” μαζί με την πεζή εμπειρική βίωση του κόσμου.

Η πεζότητα και ο χάρτης

Κάποια σκέψη για την πεζότητα περιμένει τις επενδύσεις του εμπειρικού κόσμου που βρίσκονται μπροστά μας. Στην εξωτική λογική που ζητά ο κόσμος του avatar ή ακόμη στις σκηνοθεσίες της επαυξημένης πραγματικότητας, η επένδυση στην αναπαράσταση αν και διαφορετική, διατηρεί κοινά χαρακτηριστικά. Ας αποτελεί η πρώτη άρνηση του εμπειρικού κόσμου της Γης και η δεύτερη επένδυση στον εμπειρικό κόσμο: προσφέρουν και οι δύο ιδεώδη περιβάλλοντα για τον έγκλειστο του χάρτη. Η ελπίδα για έναν μη χαρτογραφημένο κόσμο ή για κάποιες μη χαρτογραφημένες λεπτομέρειές του παρουσιάζεται ως ανάγκη για πεζότητα. Ένας γυμνός κόσμος προβάλει ως πιθανό αίτημα. Είναι όμως η γυμνότητα πιθανή προοπτική για κάποιον επόμενο κόσμο; Αυτό δεν ενδιαφέρει ως “πραγματικό” ερώτημα. Ο έγκλειστος του χάρτη ωστόσο θα μπορούσε να απαντήσει θετικά, με δύο διαφορετικούς τρόπους: κατανοώντας τη γυμνότητα ως κατασκευασμένη, ψευδή συνθήκη που οργανώνεται σε ένα ανέγγιχτο νέο τοπίο που δεν θα ήταν πλέον η Γη -από τη μια πλευρά- ή ζητώντας κάποια αποκατάσταση της Γης σαν να ήταν ο άνθρωπος που θα προσδιόριζε εξ ολοκλήρου την τύχη της.
Στην πρώτη περίπτωση θα επενδύσει σε ένα νέο, κάθε φορά άλλου είδους, φυσιολατρικό καθεστώς. Μια νέα φύση, που θα θυμίζει τον ψεύτικο πλανήτη Πανδώρα του Cameron, πραγματοποιεί την ιδέα του τέλους του πλανήτη Γη με την μετακίνηση σε άλλον. Μια νεα ανακάλυψη του Νέου κόσμου βρίσκεται πίσω από αυτή τη ορμή για νέα γυμνότητα του έγκλειστου του χάρτη. Πραγματικοί πλανήτες όπως ο Τιτάνας θα μπορούσε να αποτελέσουν τόπους κυριολεκτικών προορισμών για τον μελλοντικό άνθρωπο που θα πρέπει να εγκαταλείψει έναν χρεωκοπημένο πλανήτη.
Ο έγκλειστος του χάρτη θα μπορούσε επίσης να εννοεί την γυμνότητα ως «επιστροφή στην Γη». Αυτή είναι η επίσημη ρητορική της ενοχής για την κακοποίηση του πλανήτη. Ωστόσο μένει να σκεφτούμε τι σημασίες παίρνει αυτή η ιδέα της “επιστροφής”. Ας μη μας διαφεύγει η τροπή που λαμβάνει η φαντασιακή της συγκρότηση. Η αρχαιολογική αποκατάσταση της φύσης θα βρισκόταν, υπ’ αυτή την έννοια, στο πρώτο πλάνο οργάνωσης του κόσμου. Αλλά ο εγκλειστος του χάρτη δεν μπορεί πια να αποκαταστήσει την εγγύτητα προς την φύση με τον τρόπο που φαντάζεται. Δεν μπορεί πλέον –εδώ και καιρό- να ενατενίσει την φύση με τον περασμένο τρόπο: η φύση δεν είναι το περιβάλλον όπου ο ίδιος ανήκει. Ο έγκλειστος του χάρτη λατρεύει την φύση ως κάτι που ήδη πενθεί. Πάνω στην Γη (ή μέσα στην φύση) ο άνθρωπος δεν είναι πιά όπως το νερό μέσα στο νερό. Η επιστροφή του στην φύση λοιπόν θα αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, μια επιτυχημένη σκηνοθεσία. Η ανάγκη για έλλειψη απόστασης δεν αρκεί για να καταργήσει την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και την φύση, απόσταση που κατασκευάστηκε μετά από αιώνες ανθρώπινου μόχθου. Έτσι η εναλλακτική περίπτωση αυτής της ιδιαίτερης επιστροφής ζητά την κατασκευή ενός ακόμη κόσμου που θα πραγματεύεται ή θα παίζει με την επιστροφή. Η φύση κατασκευάζεται από τον άνθρωπο για να παίζεται κάπως χωρίς όμως πλέον η ίδια να είναι κάτι. Η φύση, ως εκείνο που ζητάμε επί της Γης ή εκτός αυτής, απαιτεί– με άλλο τρόπο σήμερα- ιδιαίτερες τεχνικές για την κατασκευή της

*Αρχιτέκτων, συγγραφέας, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ,διδάσκων στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

copyright :